0 Shares

Γράφει ο Λεωνίδας Καστανάς

Αν ήταν μια ομάδα φοιτητών που καταλάμβανε σχολές, προπηλάκιζε καθηγητές, που έσπαγε και κατέστρεφε το μόχθο του φορολογούμενου πολίτη θα τη γνωρίζαμε καλά. Θετικά και αρνητικά. Θα είχαν γραφτεί διθύραμβοι για την αγωνιστικότητα και το σθένος της. Τα μέλη της θα είχαν ανέλθει στην ιεραρχία κομμάτων κατά προτίμηση αριστερών, πιθανότητα σήμερα να μας κυβερνούσαν. Ευτυχώς, δηλαδή, που η δραστηριότητα αυτών των παιδιών και των δασκάλων τους δεν έγινε ευρύτερα γνωστή. Πολύ πιθανόν να είχαν στοχοποιηθεί και η ομάδα τους να είχε διαλυθεί ως επικίνδυνη για τη διαπαιδαγώγηση των νέων και την πρόοδο του τόπου.
Πρόοδος στη χώρα μας νοείται ό,τι εμποδίζει ή καταστρέφει την παραγωγή. Και προοδευτικοί οι πολιτικοί που υπηρετούν τον αντιπαραγωγισμό. Δεν ήμασταν πάντα έτσι. Διαμορφωθήκαμε τα τελευταία 40 χρόνια. Στην πρώιμη μεταπολίτευση «λαός» και πολιτικό σύστημα, αφού το καλοσκέφτηκαν, αποφάσισαν. Κακά πράγματα η φάμπρικα και η παραγωγή, κουραστικά και άδικα. Ειδικά όταν δουλεύουν με τους καπιταλιστικούς κανόνες. Προσπάθησε το ΠΑΣΟΚ να τις κρατικοποιήσει, δεν τα κατάφερε, φυσικά μαράζωσαν και έκλεισαν. Τις αντικατέστησε με γραφεία, μεταπράτες, κομπραδόρους, προμηθευτές και υπηρεσίες κατά προτίμηση του δημοσίου που οι ώρες περνούν ξεκούραστα και κυρίως αντιπαραγωγικά. Ας είναι καλά τα γενναία κοινοτικά πακέτα και τα δανεικά. Και την αγροτική παραγωγή θα έκλεινε, αν δεν υπήρχαν τα κόλπα με τις επιδοτήσεις που κράτησαν τον κόσμο στην επαρχία και έφαγε γλυκό ψωμάκι. Κάποιοι και παντεσπάνι. Μετά το πάρτι των εκατομμυρίων το αποτέλεσμα σήμερα προκαλεί θλίψη.
Κάποια στιγμή ακούστηκε και το σύνθημα «δεν θα γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης» που υπονοούσε ότι ούτε τον τουρισμό θέλαμε, αλλά ευτυχώς το προϊόν πουλάει από μόνο του και διασώθηκε. Είναι αυτό που μας κρατάει ακόμα στη ζωή. Με χίλια ζόρια. Όταν κατέρρευσε ο υπαρκτός περάσαμε και την οικοδομή στους οικονομικούς μετανάστες και γλιτώσαμε κι από αυτόν τον μπελά. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, που αν δεν μας έπεφτε η κρίση του 2010 στο κεφάλι μάλλον δεν θα τη γράφαμε ποτέ. Σήμερα ψάχνουμε πόρους για να τροφοδοτήσουμε τα ασφαλιστικά ταμεία και βρίζουμε όλους αυτούς που κάποτε αποθεώναμε γιατί μας έφεραν μέχρι εδώ. Εμάς τους αθώους. Και ο 50άρης υπάλληλος της ΔΕΚΟ με γραμματικές γνώσεις Γυμνασίου που βγήκε με 2.600 σύνταξη, σήμερα παίρνει τα μισά και ψάχνει αντισυστημικά κόμματα για να του τα ξαναδώσουν. Όταν καταλάβει ότι οι νέοι, οι αιμοδότες των ταμείων, φεύγουν και η σύνταξή του θα πάει στα μισά των μισών θα είναι άνοιξη, του λαού κατάνυξη.
Στην πορεία αυτή απαξιώναμε την αριστεία και τιμούσαμε τη λιγότερη προσπάθεια. Αφού οι επιτυχημένοι δεν ήταν αυτοί που διακρίνονταν για τις γνώσεις και την εργασία τους αλλά για τα κονέ τους με το πολιτικό σύστημα και το κράτος. Λογικά, για τον παραλογισμό μας, υποθέσαμε ότι και η πραγματική εκπαίδευση μας ήταν βάρος. Και την αποψιλώσαμε δημοκρατικά. Την κάναμε προσχηματική. Ανακαλύψαμε τη δήθεν αντιαυταρχική εκδοχή της και μετατρέψαμε τη σχολική αίθουσα σε επικίνδυνη παιδική χαρά όπου ένας αγχωμένος δάσκαλος προσπαθεί κάτι να ψελλίσει απέναντι σε ένα αδιάφορο ή εχθρικό ακροατήριο. Βαφτίσαμε συντηρητισμό τη γνώση και την προσπάθεια και πρόοδο το δικαίωμα στην άγνοια και την τεμπελιά.
Φτιάξαμε άφθονες σχολές, οι περισσότερες εκ των οποίων μοιράζουν πτυχία και μεταπτυχιακά αμφιβόλου ποιότητας, αλλά μας διέφυγαν κάποιες γόνιμες νησίδες που επιβεβαιώνουν τον κανόνα μας. Αρνούμαστε εμμονικά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μιας και εκ των πραγμάτων θα είναι μήτρες αριστείας και όχι φυτώρια κομματισμού και «επανάστασης». Αντ’ αυτών βαφτίζουμε τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ για ψηφοθηρική κατανάλωση. Χωρίς αξιολόγηση και μόνο με υπουργική απόφαση. Μια επιλογή ιδιαίτερα δημοφιλής, υποθέτω.
Καταστρέψαμε την τεχνική εκπαίδευση που μας θύμιζε τα «πέτρινα χρόνια της φάμπρικας» και την κάναμε σχολείο β΄κατηγορίας. Στον αιώνα της επιστήμης και της τεχνολογίας, οδηγήσαμε συνειδητά τη βασική σχολική εκπαίδευση στην απόλυτη απαξίωση και εισπράττουμε τα αποτελέσματα. Ένας σημερινός απόφοιτος Λυκείου έχει γενική μόρφωση κατώτερου επιπέδου από έναν απόφοιτο της δεκαετίας του ’70. Σε ποια χώρα του κόσμου οι μαθητές παρακολουθούν το πρωί το σχολείο τυπικά για να πάνε το απόγευμα στο φροντιστήριο και να πάρουν τις ίδιες γνώσεις επιλεκτικά, πληρώνοντας;
Η συνταγή της απαξίωσης εισχώρησε σταδιακά και στο χώρο της πολιτικής για να έρθει η κρίση και να αποθεώσει ό,τι πιο άχρηστο, ανερμάτιστο και τερατολογικό κυκλοφορούσε στα πέριξ. Φυσικά αυτό δεν είναι προνόμιο μόνο της Ελλάδας, συμβαίνει και σε σοβαρότερες από τη δική μας χώρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα. Μόνο που εκεί υπάρχει παραδοσιακά ισχυρή αστική τάξη και ανθηρός καπιταλισμός, υπάρχει η παραγωγή. Για να ρυθμίζει τις εξελίξεις στα δύσκολα και να μην αφήνει τη χώρα να καταρρεύσει. Εδώ τι υπάρχει; Ένα τσούρμο κομματανθρώπων που εναλλάσσονται στην εξουσία, καμώνονται τους πολυπράγμονες και παίζουν στα ζάρια την τύχη της χώρας. Ποια είναι πορεία τους; Τι σπούδασαν; Τι πέτυχαν στη ζωή τους; Τι ξέρουν; Η Ελλάδα είναι πια τόσο γυμνή από πολιτικούς, οικονομικούς και πνευματικούς ταγούς και όσοι υπάρχουν ακόμα αποφεύγουν να εκτεθούν. Σε ποιους να μιλήσουν και τι να πουν;
Αρκεί μια βόλτα στα κανάλια της τηλεόρασης, μεγάλα και μικρά, ώστε να πάρουμε μια γεύση για τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και τους συνομιλητές τους πολιτικούς. Ακόμα και οι ψυχαγωγικές εκπομπές είναι οι περισσότερες κοσμήματα μιας πολιτιστικής χωματερής. Μετά το zapping θα έπρεπε να ψάχνουμε μέσο για να εγκαταλείψουμε τη χώρα. Αυτό που κάνουν μαζικά τα παιδιά μας και όχι μόνο. Και αραιώνει το μίγμα και γίνεται φτωχότερο σε αξία. Και ποιος να ’ρθει απέξω να βοηθήσει, να μας εκπροσωπήσει στον κόσμο, να μας στηρίξει; Η περίπτωση δίωξης του άξιου και άριστου Ανδρέα Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει το δρόμο. Μακριά και αγαπημένοι. Ο ορισμός της παρακμής.
Το σχολείο πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Του Κυριάκου του Κολλεγίου Αθηνών, του Harvard και του Stantford. Έχει ιστορική ευθύνη την επανεκκίνηση της ελληνικής εκπαίδευσης, συνολικά. Τιτάνιο έργο, πιο δύσκολο και από την ανάταξη της οικονομίας. Θα συναντήσει τη λυσσώδη αντίσταση των πάντων. Υπάρχει βαθύ μίσος για τα γράμματα εκεί έξω. Θα βρει ελάχιστους συνοδοιπόρους, ακόμα πιο λίγους μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Δεν αξίζει απλώς να προσπαθήσει. Είναι υποχρεωμένος. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ίσως η έμπειρη και ικανή Άννα Διαμαντοπούλου να αποτελούσε την καλύτερη επιλογή για το σχετικό υπουργείο. Αν τα καταφέρουν, η πατρίδα θα τους χρωστάει για πάντα.

Από την athensvoice.gr