Γράφει ο Κοσμάς Βίδος
Εκανα την κυριακάτικη πεζοπορία μου, σήμερα κατεβαίνοντας την Πειραιώς με σκοπό να φτάσω στο λιμάνι. Στο ύψος του Μοσχάτου μου τηλεφώνησε ο Χ: «Πήγα να ψηφίσω και μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά του κόσμου. Είχε δημιουργηθεί ουρά, υπήρχε καθυστέρηση, και όμως κανένας δεν διαμαρτυρόταν. Δεν ξέρω αν έτυχε, αν σε άλλα εκλογικά κέντρα δημιουργήθηκαν εντάσεις, στο δικό μου επικρατούσε ένας πολιτισμός που στην Ελλάδα σε παραξενεύει». Με έβαλε σε περιέργεια, και για το θέμα του πολιτισμού και για το θέμα της προσέλευσης, εγώ ήμουν εξάλλου που το πρωί, μιλώντας με τον Ν προέβλεπα μικρή συμμετοχή. Κάλεσα την Ε. «Θα πας να ψηφίσεις;». «Το κάνω ήδη, είμαι στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου Αθηναίων στην Ακαδημίας, πάρα πολύς κόσμος!». Το επιβεβαίωσα και από τις αναρτήσεις άλλων φίλων στο Facebook – ακόμα και Θεσσαλονικιών: μεγάλη προσέλευση, ήσυχη και πολιτισμένη διαδικασία.
Στο τρένο, ενώ κατευθυνόμουν προς το κέντρο, τηλεφώνησα στη Μ. Συμπτωματικά στεκόταν και εκείνη στην ουρά της Ακαδημίας – όλοι την ίδια ώρα είχαν βγει να ψηφίσουν; Αντιθέτως ο Ν (με είχε πιάσει η δημοσιογραφική ανησυχία και καλούσα τους φίλους που ήξερα ή υποπτευόμουν πως θα συμμετείχαν στη διαδικασία) πέρασε έξω από το Πνευματικό Κέντρο, είδε πως γινόταν το αδιαχώρητο και συνέχισε προς Παγκράτι, για να βρει όμως και εκεί κόσμο – όχι τόσο όσο στην Ακαδημίας αλλά μπόλικο: «Πρέπει να εξετάσεις εκ νέου το πολιτικό κριτήριο σου», ειρωνεύτηκε την πρόβλεψή μου περί ισχνής συμμετοχής
Είχα στο μεταξύ βγει στο Θησείο. Πηγαίνοντας προς το Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη, νόμισα προς στιγμή πως εδώ θα επιβεβαιωνόμουν: Χωρίς κόσμο η είσοδος. Ομως η ουρά της αναμονής ξεκινούσε με το που έστριβες στην πόρτα και ήταν μεγάλη – γινόταν μεγαλύτερη αν πρόσθετες και τους ηλικιωμένους που περίμεναν καθισμένοι σε καρέκλες. Δύο κυρίες στην υποδοχή σχολίαζαν πως είχαν συνολικά ήδη ψηφίσει περισσότεροι από 100.000. «Είχατε και εδώ κόσμο;», ρώτησα. «Ναι, τώρα έχει αραιώσει γιατί είναι ώρα φαγητού αλλά νομίζουμε πως θα έρθουν αρκετοί το απόγευμα».
Περίμενα μισή ώρα. Οι φίλες στην Ακαδημίας αναγκάστηκαν να σταθούν στην ουρά για μιάμιση περίπου ώρα, ενώ και ο Ν στο Παγκράτι χρειάστηκε να κάνει μεγάλη υπομονή. Παντού, παρά την αντιπαθητική ορθοστασία, η ίδια ηρεμία. Το είχα παρατηρήσει και στις πρόσφατες ουρές για το ηλεκτρονικό εισιτήριο, είχα γράψει πως μπορεί να αρχίσαμε και στην Ελλάδα να εξοικειωνόμαστε με την κουλτούρα τού περίμενε. Εκεί όμως, στο εισιτήριο, το θέμα ήταν καθαρά πρακτικό: έπρεπε να πάρεις κάρτα αλλιώς σε λίγες μέρες δεν θα μπορούσες να κυκλοφορήσεις. Εδώ ήταν κάτι διαφορετικό και πιο σημαντικό: η συνειδητή αναμονή μπροστά σε μια διαδικασία στην οποία όλοι αυτοί οι άνθρωποι που σπαταλούσαν την Κυριακή τους περιμένοντας όρθιοι ήθελαν να πάρουν μέρος από άποψη, από πίστη, από ελπίδα.
«Το μόνο που με προβλημάτισε είναι πως στην Ακαδημίας παρατήρησα πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων περίμεναν ήταν άνθρωποι πάνω από 40 – 50 ετών», σχολίασε η Μ, και θυμήθηκε το σχόλιο ηλικιωμένης ψηφοφόρου: «πού είναι νέοι; Ηρθαμε τελικά εμείς τα υπερήφανα γηρατειά για να αλλάξουμε τα πράγματα».
Στην Ηρακλειδών, την ώρα που πήγα εγώ, ήταν και αρκετοί νέοι. Ηταν επίσης μια κοντοχωριανή μου, ένας παλιός γείτονας, είδα και μια παλιά – συνάδελφο και φίλη που είχα καιρό να τη συναντήσω και χάρηκα. Μικρός που είναι ο κόσμος, σκέφτηκα βγαίνοντας. Αναμένω τώρα με περιέργεια την ετυμηγορία του μικρού αυτού κόσμου (που ήταν περισσότερος από όσο νόμιζα) σχετικά με το μέλλον της ελληνικής Κεντροαριστεράς. Γιατί ακόμα και αν… περάσαμε ωραία στις ουρές (που λέει ο λόγος), όσο και αν «τελικά μας είχαν λείψει οι εκλογές» όπως σχολίασε η Μ, τώρα αρχίζει το σασπένς.

Από το protagon.gr