Οχι ότι θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό από τον Ηλία Κασιδιάρη αλλά, σε κάθε περίπτωση, η απολογία του στη δίκη της Χρυσής Αυγής το πρωί της Τετάρτης ήταν αποκαλυπτική. Αποκαλυπτική για το πόσο θρασύδειλοι υπήρξαν ακόμα και τα πρωτοπαλίκαρα της οργάνωσης, οι οποίοι από την εποχή της έξαλλης βεβαιότητας και των ωμοτήτων εντός και εκτός Βουλής τώρα –απέναντι στον πέλεκυ της Δικαιοσύνης– εμφανίζονται ταπεινοί και σιωπηλοί.

Ο υπόδικος πρώην βουλευτής γέμισε την απολογία του με αμέτρητα «δεν» και θεωρίες συνωμοσίας. Δεν ήξερε τον Ρουπακιά, τον μαχαιροβγάλτη που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα. Δεν ήθελε να μιλήσει για τις χιτλερικές σβάστικες χτυπημένες στο μπράτσο του και αλλού. Δεν υπήρχε ρητορική μίσους στη δράση της Χρυσής Αυγής.

Και, βεβαίως, η Χρυσή Αυγή διώχθηκε με πολιτική απόφαση ώστε να ανακοπεί η άνοδός της και κατόπιν πιέσεων από «αμερικανοεβραϊκά λόμπι»!

Ο κατηγορούμενος, στην έναρξη της απολογίας του, έκανε λόγο για «κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος», για κατασκευασμένες κατηγορίες και σωρεία μεθοδεύσεων που έγιναν «με εντολή Σαμαρά» ώστε να βρεθούν στην φυλακή οι βουλευτές του κόμματος.

Επικαλούμενος τις συνομιλίες με τον τότε γραμματέα της κυβέρνησης, Παναγιώτη Μπαλτάκο, απόσπασμα δηλώσεων πολιτικών προσώπων και άλλα έγγραφα που είχε σε έναν φάκελο, ο Κασιδιάρης ισχυρίστηκε πως ήταν απόφαση του κ. Σαμαρά κατόπιν πιέσεων «από αμερικανοεβραϊκά λόμπι και την Κομισιόν» να διωχθεί στο σύνολό του το κόμμα και να φυλακιστούν οι βουλευτές του.

Κατά τον κατηγορούμενο, σε βάρος του κόμματος εξυφάνθηκε μία «τεράστια σκευωρία», στην οποία είχαν καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ στο ρεπορτάζ του.

Βέβαια, ενώ ο πρώην βουλευτής της ΧΑ αρνήθηκε ότι το νεοναζιστικό μόρφωμα χρησιμοποιούσε ρητορική μίσους, την ίδια στιγμή, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις της προέδρου για κείμενά του που αναφέρονται στον Χίτλερ αλλά και για σύμβολα των Ναζί, επικαλούμενος την «ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού» και δηλώνοντας πως «οι ιδεολογίες είναι ποινικά αδιάφορες».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «ο πολιτικός, ο δημόσιος, ακόμη και ο ιδιωτικός μας λόγος, είναι απολύτως στο πλαίσιο της νομιμότητας. Κάθε δήλωσή μας τελεί υπό το πλαίσιο της απόλυτης νομιμότητας». Ωστόσο, δήλωσε πως καταδικάζει «κάθε έγκλημα πολέμου και κάθε έγκλημα γενικότερα».

Ο κ. Κασιδιάρης χαρακτήρισε πρωτοφανές να κατηγορείται για δύο όπλα, που κατείχε «νόμιμα», ότι τα είχε «για τροφοδοσία της εγκληματικής οργάνωσης», λέγοντας πως του ασκήθηκε δίωξη «για αυτό το απίθανο έγκλημα», ενώ ήταν από την αρχή γνωστό πως έχει άδειες.

Τόνισε, μάλιστα, πως αγαπά τα όπλα, ασχολείται με αθλητική σκοποβολή και συμμετέχει επίσημα σε σκοπευτήρια, αρνούμενος κατηγορηματικά «αυτές τις γελοιότητες πως εκπαίδευα στρατιωτικά μέλη της Χρυσής Αυγής».

Ο ίδιος είπε πως εντάχθηκε στην Χρυσή Αυγή μετά το 2000, ενώ παρακολουθούσε και συμφωνούσε με τις θέσεις του κόμματος από τα μαθητικά του χρόνια, τη δεκαετία του ’90. Κατά τον κατηγορούμενο η Χρυσή Αυγή, στην οποία ακόμη ανήκει, είναι λαϊκό εθνικιστικό κίνημα, το καταστατικό του οποίου κατατέθηκε το 2012 στον Αρειο Πάγο.